Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Στο ψυχρο φως της ημερας


H ωρα ειναι 5 το πρωι.Καθομαι εξω απο το σπιτι μου. Παλι καπου εχω ξεχασει τα κλειδια.
Εχει υγρασια και κρυο. Ειμαι κουλουριασμενη στα σκαλια της πολυκατοικιας μου περιμενοντας να κατεβει η στριφνη γειτονισσα μου να παει στη δουλεια της. Να με κοιταξει ξανα με ενα βλεμμα γεμματο οικτο και αποστροφη και να κρατησει για δυο-τρεια δευτερολεπτα ανοιχτη την εξωπορτα μεχρι να σηκωθω(αν τα καταφερω)και να συρθω στο εσωτερικο της πολυκατοικιας. Δυο γατες ψάχνουν σιωπηλα τροφη στον απεναντι καδο.Ο δρομος ειναι υγρος. Χρωματα δεν υπαρχουν γυρω μου. Μονο γκρι πολυκατοικιες, και ενα αρρωστο δεντο αγνώστου ταυτοτητας. Οπως ακριβως και εγω.
Εν τουτοις! Εγω νιωθω ψηλα αυτη τη στιγμη. Αυριο δεν ξερω πως θα ειμαι. Τωρα ομως νιωθω πιο ελευθερη απο τους υποτιθεμενους πραγματικα ελευθερους. Ξέρω πως με βλεπουν. Αλλα δεν εχουν ιδεα. Δεν μπορουν να καταλαβουν ουτε ενα ελαχιστο απο αυτα που βλεπω και νιωθω εγω.
Στεκομαι κουλουριασμενη στην ιδια θεση, φοροντας το ίδιο γκριζωπό φόρεμα, τα ιδια μαυρα μισοσκυμμενα μποτάκια. Το δερμα μου φαινεται πολυ γερασμενο κατω απο το ψυχρο φως του ανατελλοντος ηλιου. Ναι,ξημερωνει και οι αχνες ηλιαχτιδες φωτιζουν τον γλιτσιασμενο δρομο.
Ακουω βήματα απο ψηλές γόβες να κατεβαινουν με φουρια τις σκαλες
"Παλι εδω; Περνα γρηγορα μεσα"
Δεν μπορω να σηκωθω σερνομαι μεχρι την εισοδο με ματια θωλα και με ενα ελαφρυ μειδιαμα στα χειλη μου...
Δεν καταλαβαινει. Εγω ειμαι τοσο ψηλα.
Εξω εχει ξημερωσει. Οι ηχοι ειναι πολύ διαφορετικοί τώρα πια. Σαν να προσπαθουν να σε μπάασουν γρηγορα σε εναν σκληρο, πολυχρωμο εφιάλτη.