Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Η ιστορία του βότσαλου και της πέτρας

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα βοτσαλάκι σε μια μακρινή παραλία του Ιονίου. Το βοτσαλάκι αυτό βρισκόταν κάτω από άλλα βότσαλα σε ένα πολύ σκιερό μέρος πλάι σε μια μεγαλύτερη πέτρα. Σ'όλη του τη ζωή αναρωτιόταν γιατί αυτό δεν μπορεί να δει τον ήλιο καθαρά όπως τα αδέλφια του. Γιατί αυτό ήταν αναγκασμένο να βρίσκεται θαμμένο κάτω από άλλα βοτσαλάκια και κανένας να μην το προσέχει και να μη θέλει να παίξει μαζί του.
 Όπως είπα και πιο πριν το βοτσαλάκι ήταν κοντά σε μια μεγάλη πέτρα. Η πέτρα ήταν πολύ γριά και πολύ ψηλή και διηγούνται κάθε μέρα σ'όλα τα βοτσαλάκια της παραλίας όλα όσα είχε δει κι ακούσει από εκεί που ήταν. Μπορούσε να διηγηθεί ιστορίες με ανθρώπους δίχως ρούχα, με πειρατές, με ναυτικούς που ερωτεύονταν μονάχα μια φορά πραγματικά, με όνειρα θαλασσινών που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Η γριά πέτρα είχε πάντοτε πάνω της μια αδιόρατη θλίψη. Το βοτσαλάκι μας τη ρωτούσε κάθε μέρα γιατί εκείνη που είναι τόσο μεγάλη και τα ξέρει όλα είναι θλιμμένη, μα τότε η γριά πέτρα σιωπούσε και δεν μιλούσε ξανά για ώρες.
 Μέχρι που κάποια μέρα φθινοπωρινή που τα άλλα, τα τυχερά βοτσαλάκια έπαιζαν με τα κύματα και μια έμπαιναν, μια έβγαιναν στο θαλασσινό νερό, το βοτσαλάκι αποφασισμένο ξαναρώτησε γιατί η πέτρα δεν χαιρότανε που τα έβλεπε όλα αυτά. Η πέτρα σιώπησε και το βοτσαλάκι νευριασμένο μαζί της της είπε πως είναι πολύ αχάριστη γιατί αυτή τα βλέπει όλα ενώ εκείνο είναι καταδικασμένο να μην βλέπει τίποτα και να μη δεχτεί ποτέ την αγάπη και το παιχνίδι κανενός. 
  Η πέτρα παρέμεινε αγέρωχη αλλά μέσα της δάκρυσε με τα λόγια του μικρού βότσαλου. Δεν μίλησε για μέρες πολλές και όλοι τη ρωτούσαν τι έχει. Η θάλασσα της έστελνε επίτηδες σταγονίτσες για να της μιλήσει και ο άνεμος σφύριζε μέσα από τις τρύπες της για να τη ζωηρέψει. Μάταια όμως. Η πέτρα παρέμενε σιωπηλή και πιο θλιμμένη από ποτέ.Το βοτσαλάκι λυπόταν για τη γριά πέτρα γιατί ήξερε μέσα τους πως αυτό έφταιγε που δεν μιλούσε σε κανένα.
 Πέρασαν μήνες πολλοί μέχρι που μια μέρα η πέτρα αποφάσισε να απαντήσει στο βοτσαλάκι αλλά και σε όλους τους άλλους το λόγο της θλίψης της.Είπε λοιπόν με χαμηλωμένο βλέμμα και σφιχτά χείλη:
" Εγώ τα βλέπω και τ'ακούω όλα μα ποτέ κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για μένα. Στέκομαι εδώ για αιώνες. Ξέρω ότι γίνεται μα δεν μπορώ να πάρω θέση σε τίποτα. Επέζησα από σεισμούς, αποχωρίστηκα από τις αδελφές μου, Άντεξα τα παιχνίδια της θάλασσας που πήγε να με καταπιεί τόσες φορές και τις πονηριές του ανέμου που πήγε να με τρελάνει με τα σφυρίγματα του. Έγινα φωλιά για τα πουλιά και βιβλίο για όλα σας. Σας χάρισα τη σκιά μου και την προστασία μου από τη βροχή. Έκρυψα μέσα μου ανθρώπους που δεν είχαν που να πάνε. Έκανα όλα αυτά μα ποτέ κανένας δεν έκανε κάτι για εμένα. Θλίβομαι γιατί εγώ δεν μπορώ να παίξω με τη θάλασσα ούτε και να προστατευτώ από κανέναν..."
 Όλοι είχαν σιωπήσει με τα λόγια της γριάς πέτρας. Η θάλασσα είχε μαζευτεί ντροπιασμένη και ο άνεμος για να αποφύγει να την κοιτά φύσηξε προς το βορρά και έφυγε με μιας. Τα μικρά βοτσαλάκια είχαν χαμηλώσει το βλέμμα τους. Κάποια κατόρθωσαν να καταλάβουν κάποια άλλα δεν έδωσαν σημασία στα λόγια της γριάς πέτρας. Μονάχα το βοτσαλάκι μας άνοιξε το στόμα του για να της απαντήσει μα πριν προλάβει να πει τίποτα η πέτρα ξαναμίλησε:
" Ξέρω τι θα πεις, ότι εγώ τα βλέπω ενώ εσύ δεν βλέπεις τίποτα. Τι είναι όμως χειρότερο, να τα βλέπεις όλα και να μην μπορείς να ζήσεις τίποτα ή μήπως αφού δεν τα ζείς να μην τα βλέπεις κιόλας;" Το βοτσαλάκι δεν είχε πολύ μυαλό για να της απαντήσει τότε, κι έτσι σιώπησε κι αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου