Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Οι σκιές της κοπέλας που έτρεχε

Όσο τη θυμάμαι όλο έτρεχε. Έτρεχε πάντα πολύ γρήγορα. Δεν ξέρω τι την έβιαζε. Σαν να είχε κάτι πολύ σημαντικό να κάνει και δεν θα το προλάβαινε. Δεν τη ρώτησα ποτέ μου γιατί έτρεχε συνέχεια. Δεν νομίζω να μου έδινε και καμία απάντηση. Δεν φαινόταν να ξέρει ούτε και η ίδια.
 Μια φορά μονάχα την είδα ήρεμη να σχεδιάζει μια πρόχειρη σκηνή. Ένα κορίτσι να τρέχει και πίσω του να το κυνηγούν δύο μεγάλες σκιές. Παράτησε τη μουτζούρα στη μέση και μου χαμογέλασε σαν να μην έτρεχε τίποτα.
 Βασανίζονταν και δεν ήξερα πως να τη βοηθήσω.Υπέφερε από αυτό το κυνηγητό με τις σκιές της. Είμαι σίγουρη πως ήταν δαιμόνια αυτά που δεν την άφηναν να ησυχάσει ποτέ της. Βιάζονταν να γυρίσει όταν κάναμε βόλτα και ήθελε να τελειώνει αμέσως τον καφέ της. Ήθελε οι φίλοι της να μην κάθονται πολύ στο σπίτι της κι ας μην είχε κάποια δουλειά για πιο μετά. Ήθελε τα πάντα να γίνονται εντός προκαθορισμένων χρονικών ορίων. Είχε πολύ περίεργη σχέση με το χρόνο. Νομίζω πως τον φοβόταν και μάλιστα πολύ. 
 Για να μην παρεξηγείται από τους φίλους της προφασιζόταν διάφορες δικαιολογίες. Προτιμούσε την ησυχία της, στο σπίτι της, μόνη της. Γι'αυτό δεν είχε και πολλούς φίλους. Προσπαθούσα να την καταλάβω και να τη μάθω κι άλλο. Πιο πολύ από αυτό που με άφηνε. Κλειστός άνθρωπος, πολύ κλειστός. Δεν ήταν πάντοτε έτσι όμως. Δεν ξέρω τη μεσολάβησε και μπήκαν μέσα της αυτά τα δαιμόνια. Οι φοβίες της που μετρούσαν κάθε ανάσα της και δεν την άφηναν να χαρεί τη νεότητά της. 

Περνούσε ο καιρός κι εκείνη βιάζονταν ακόμα περισσότερο. Δεν έκανε τίποτα καινούριο. Χώρισε με το αγόρι της για να μην είναι υπόλογη της βιασύνης της σε κανέναν και πότε πότε δεχόταν στο σπίτι της επισκέψεις από δυο-τρεις φίλους που της είχαν απομείνει. Ξέραμε πως όταν άρχιζε να κοιτάζει επίμονα το ρολόι έπρεπε να σηκωθούμε και να φύγουμε γιατί δεν ένιωθε καλά. 
 Ήξερα πως ζωγράφιζε. Ζούσε  γράφοντας για κάποιο περιοδικό. Έτσι όπως έγραφε φαινόταν  πολύ κοινωνική και είμαι σίγουρη πως ποτέ κανένας δεν θα φανταζόταν πως αυτή η κοπέλα βιαζόταν ακόμα και να φάει. Τα είχε όλα και τα έδιωχνε όλα από κοντά της σιγά σιγά. Της έτρωγαν τον χρόνο της και αυτό την άγχωνε...
 Ήταν μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες. Είχε τους φίλους της, τη σχέση της και τη δουλειά της. Απλώς φοβόταν το χρόνο. Φοβόταν τη ζωή της και την άφηνε να φεύγει από κοντά της. Τα δαιμόνια της την τύφλωναν και της ψιθύριζαν στο αυτί τι να κάνει. Έμπαιναν μέσα στην καρδία της και την έκαναν να χτυπά σαν τρελή ξαφνικά και μέσα στο δέρμα της λούζοντας τη με κρύο ιδρώτα όταν δεν τα άκουγε.
 Τη θυμάμαι να είναι έτσι πριν δύο χρόνια. Μετά φαίνεται πως μάλλον έκανε τα μαγικά της και σε μένα. Με απομάκρυνε χωρίς να το θέλω και χωρίς να καταλάβω τον τρόπο. Δεν τη βρίσκω πια πουθενά. Μονάχα μια φορά στο κέντρο μου φάνηκε πως την είδα,μια κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά να τρέχει κάπου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου...

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ιστορία ενός στρατιώτη

Σήμερα θα σας διηγηθώ την ιστορία ενός νεαρού στρατιώτη που γύρισε στην πατρίδα του μετά τον πόλεμο.Είχε χάσει το 70% της όρασης του εξαιτίας μιας έκρηξης μα αυτό ήταν το λιγότερο. Ο νεαρός στρατιώτης μας είχε χάσει πολλά πράγματα. Είχε χάσει τους φίλους του, είχε χάσει τις αξίες του, είχε χάσει τον ίδιο τον εαυτό του.
 Καθισμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου άκουγε τηλεόραση και προσπαθούσε να διακρίνει τις μορφές που έδειχνε. Στο μυαλό του σύγχυση. Φωνές, Κρότοι, Φως, Φωνές και ξανά φως πάρα πολύ φως. Νιώθει σαν να πεθαίνει. Πέθανε; όχι ακούγονται ακόμη φωνές. Το μυαλό του βρίσκεται σε σύγχυση. Έχει υποστεί σοκ.
 Ο στρατιώτης έκανε μέρες να μιλήσει. Το μυαλό του προσπαθούσε να ξεφύγει από αυτή τη λάμψη που τον κυνηγούσε. Δεν μπορούσε να δει από το έντονο φως. Τις μέρες εκείνες που ο στρατιώτης βρισκόταν στην πλάνη του θυμόταν και κάθε φορά που θυμόταν, πονούσε ολοένα και πιο πολύ. Θυμόταν και απομακρύνονταν από τη λάμψη. Θυμόταν και παρακαλούσε να είχε σκοτωθεί για να ξεχνούσε.
Θυμόταν τόσο έντονα εκείνη τη σκηνή... Ένας εκκωφαντικός κρότος και έπειτα λάμψη και μετά φωτιά. Και ξαφνικά φωνές, ουρλιαχτά μέσα στους καπνούς. Και έπειτα σιωπή. Οι ζωντανοί σιώπησαν από το φόβο τους και τράπηκαν σε φυγή. Μονάχα ένα παιδί στέκονταν ακίνητο, χωρίς να κλαίει κοιτώντας τον καπνό. Δεν μίλαγε μονάχα κοιτούσε γύρω του και δεν έλεγε να κουνηθεί. Πήγε κοντά του κάποιος στρατιώτης και του είπε να φύγει. Αυτό δεν κουνιόταν μονάχα τον κοιτούσε να του φωνάζει σε μια ξένη γλώσσα. Ο στρατιώτης έβγαλε το όπλο του και το απείλησε. Το παιδί μπορεί να μην καταλάβαινε τα λόγια του αλλά τη θέα του όπλου τη ήξερε καλά. Αθόρυβα έφυγε από εκεί και χάθηκε μέσα σε κάτι έρημα στενά περπατώντας αργά. Μονάχα μια φορά γύρισε πίσω του και κοίταξε. Έγνεψε στα ερείπια και χάθηκε.
 Ξυπνώντας από τον εφιάλτη του ο στρατιώτης ξέσπασε σε λυγμούς. Στο δωμάτιο έσπευσαν νοσοκόμοι και γιατροί για να τον ηρεμήσουν. Ο στρατιώτης μέσα από τους λυγμούς του φώναζε:

"Κόψτε μου τα χέρια! Δεν τα θέλω αυτά τα χέρια που σκότωσαν τόσους ανθρώπους. Κόψτε μου τα χέρια να μην ξανακάνω ποτέ μου κακό! Δεν είμαι άνθρωπος, δεν μου αξίζει η ζωή. Σκοτώστε με σας παρακαλώ! Σκότωσα ανθρώπους χωρίς λόγο, σκότωσα παιδιά και τους πήρα μακριά τους γονείς τους. Πώς το έκανα εγώ αυτό; Σκοτώστε με σας παρακαλώ να μη ζω και να μη θυμάμαι τίποτα.Τα έχασα όλα, κάθε αξία μου, κάθε σκέψη μου.Με έχασα και μαζί μου πήρα και άλλους. Στο όνομα μιας πατρίδας αφαιρούσα ζωές. Δεν είμαι άνθρωπος σκοτώστε με σας παρακαλώ..."

Οι γιατροί αφού άκουσαν εμβρόντητοι τον νεαρό στρατιώτη προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν. Δεν γνωρίζω τη συνέχεια για να σας την πω. Ο στρατιώτης της ιστορίας μας ήταν περισσότερο θύμα παρά θύτης. Θύμα διαστρεβλωμένων αξιών που έθεταν ένα έθνος πάνω από μια ανθρώπινη ζωή.Θύμα του ιμπεριαλισμού. Το κατάλαβε μα ήταν πλέον πολύ αργά.Είχε χαθεί και δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ο φόβος κι ο αντίλογος

"Φοβάμαι για τις μέρες που θα 'ρθουν. Κι εγώ θα πρέπει να σταθώ απέναντι κι όχι δίπλα.
Φοβάμαι τον εαυτό μου, γι αυτά που θα κάνω.
Φοβάμαι γι'αυτά που δεν είπα κι έπρεπε να πω.
Φοβάμαι γι'αυτούς που αγαπώ και μπορεί να τους χάσω.
Φοβάμαι αυτό το σύστημα που μας σκοτώνει αργά και ξεριζώνει κάθε μέρα την αλληλεγγύη μας.
Φοβάμαι για τους επόμενους. Για αυτά τα παιδιά που θα ρθούν μετά.
Φοβάμαι αυτούς που δεν ξέρουν. Αυτούς τους φοβάμαι περισσότερο απ'όλους...
Φοβάμαι για τις συγνώμες που έπρεπε να πω και δεν είπα ποτέ."

"Μη φοβάσαι μωρό μου, γιατί πάντα στον πόλεμο θα είσαι απέναντι από κάποιον.
Μη φοβάσαι γι'αυτά που θα κάνεις. Να τα σκεφτείς μόνο πρώτα.
Μη φοβάσαι γι'αυτά που δεν είπες. Πες τα τώρα,γιατί ποτέ δεν είναι αργά.
Μη φοβάσαι. Αν σ'αγαπούν δεν θα χαθούν. Κι αν χαθούν δεν αξίζει να στεναχωρηθείς ούτε μια στιγμή γι'αυτούς
Μη φοβάσαι. Θυμήσου: "Κάθε σύστημα γεννά το  αντίθετό του". Η αλληλεγγύη πάντα θα ανθίζει ακόμα και στους πιο ζοφερούς καιρούς.
Μη φοβάσαι. Πάλεψε για τα δικαιώματά τους και χτίσε τον κόσμο που ονειρεύεσαι γι'αυτά.
Αυτούς να τους φοβάσαι και να προσπαθείς κάθε μέρα με όλη σου τη δύναμη και αντοχή να τους δείξεις, να τους μάθεις. Γιατί η άγνοια είναι ο μόνος πραγματικός κίνδυνος.
Μη φοβάσαι να ζητήσεις συγνώμη, μη φοβάσαι να εκτεθείς. Είναι ωραίο να εκτίθεσαι, έτσι είναι ο άνθρωπος. Έτσι πρέπει να είναι. Ανοιχτός σε όλα. Και στην αποδοχή και στην απόρριψη. Ζήτα συγνώμη απ'αυτούς που πρέπει...


Μη φοβάσαι τίποτα, όλα είναι εδώ, μέσα σου και ταυτόχρονα έξω απο σένα. Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σε πατήσει ποτέ. Η αξιοπρέπεια είναι μεγάλη αρετή κι όποιος τη χάνει και δεν την αποζητά μέχρι να την κατακτήσει και πάλι είναι καταδικασμένος. Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σου την πάρει. Είναι πολλοί σαν εσένα. Είναι πάρα πολλοί περιμένοντας να ακούσουν τα κανόνια της έναρξης. Μην ακούσεις ποτέ κανέναν. Γιατί όταν η ώρα έρθει, κάποιοι θα προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι αυτό που ακούς δεν είναι τίποτα. Μην τους πιστέψεις. Εσύ ξέρεις την αλήθεια. Διέδωσε τη και μη φοβάσαι τίποτα! Η νίκη θα είναι με το μέρος σου!"