Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Προδοσία

Ο κόσμος περνούσε φευγαλέα από μπροστά της όσο εκείνη τον περίμενε.Είχαν ραντεβού σε πέντε  λεπτά ακριβώς,εκεί στα σκαλάκια έξω από το σταθμό.Είχε φτάσει εδώ και δέκα λεπτά.Το σπίτι δεν την κρατούσε και ήλπιζε πως μέσα στον κόσμο και την ασταμάτητη φασαρία του θα ξεχνιόταν λιγάκι.
Τελικά το σχέδιο αποδείχτηκε πέρα για πέρα λάθος καθότι μέσα στη βουή του άγνωστου πλήθους,μέσα στις φευγαλέες φωνές και κινήσεις ένιωθε πιο αδύναμη από ποτέ.Έτσι όταν πέρασε η ώρα κι άκουσε το τρένο να φτάνει σηκώθηκε από τα σκαλιά,καθάρισε τα μάτια της και ίσιωσε τη τσάντα της.Τον είδε να την ψάχνει μέσα στο πλήθος και όταν την εντόπισε επιτάχυνε το βάδισμά του κι έφτασε κοντά της.
"Ελπίζω να έχεις μια καλή εξήγηση για όλο αυτό" της μίλησε αγριεμένα με την ανησυχία του να είναι ολοφάνερη.
"Έλα να περπατήσουμε"απάντησε εκείνη φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο και πιάνοντάς του το χέρι.
Άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί μα τελικά σιώπησε και την ακολούθησε.Ανηφόρησαν προς τα στενά της Πλάκας αφήνοντας την έντονη βαβούρα μακριά τους. Περπατούσαν κάμποση ώρα χωρίς να μιλούν ώσπου με αποφασιστικότητα μπήκε μπροστά της κόβοντάς της το βήμα.
"Περιμένω"της είπε με ύφος αγριεμένο "και πραγματικά ελπίζω να έχεις μια πολύ καλή δικαιολογία για όλη αυτήν την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά σου.Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει"
Εκείνη σάστισε λίγο από το βλέμμα του και τον φίλησε στοργικά στο στόμα.
"Μ'αγαπάς;"
"Τι ερώτηση είναι αυτή;Φυσικά και σ΄αγαπάω γι αυτό και κάνω έτσι"
"Καμιά φορά είναι καλό να λέμε αυτά που νιώθουμε πιο συχνά κι εγώ έχω ανάγκη να τ ακούσω τώρα όσες περισσότερες φορές γίνεται"απάντησε με θέρμη κι έκλεισε τα μάτια της περιμένοντας να τον ακούσει να της λέει δεκάδες σ'αγαπώ μα δεν ακούστηκε τίποτα.Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε και το ψεύτικο χαμόγελο χάθηκε.Την κοιτούσε τόσο αγριεμένα. Φοβόταν και αυτό φαινόταν σε όλο του το σώμα,σε κάθε κίνηση του,στο βλέμμα του...
"Είμαι άρρωστη"Είπε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στο μάτια.
"Τι εννοείς;"ρώτησε μα η κοπέλα δεν απάντησε
Η σιωπή απλώθηκε για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα αυτός την έπιασε από τους ώμους ταρακουνώντας την και φωνάζοντάς της: "Τι έχεις;Μίλα μου!"
"Δεν έχω χρόνο.Δεν έχω καθόλου χρόνο.Είμαι πολύ άρρωστη.Εγώ θα...θα..."ξεκίνησε να λέει και έπεσε πάνω του με αναφιλητά.
Εκείνος με κενό και υγρό βλέμμα της χαίδευε τα μαλλιά αρνούμενος να πιστέψει το οτιδήποτε.
"Εσύ δεν θα πάθεις τίποτα.Εγώ είμαι εδώ και εσύ θα είσαι μαζί μου για πάντα"

Μια παρέα παιδιών πέρασαν από το στενάκι  που βρίσκονταν και οι φωνές τους ζέσταναν το μυαλό της κοπέλας η οποία τον κοίταξε στα μάτια.Ήταν κόκκινα και τα δικά του και τα δικά της.
Έσκυψε στην τσάντα της,έβγαλε μια κάρτα και του την έδωσε.Τον φίλησε και το ψιθύρισε "Καλή σου τύχη,θα σε αγαπάω πάντα".Ύστερα έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά.

Η κάρτα είχε τον αριθμό και τη διεύθυνση ενός αφροδισιολόγου. Εκείνος μόλις το συνειδητοποίησε ξέσπασε σε λυγμούς κι ανήμπορος να μιλήσει ή να κάνει το οτιδήποτε αφέθηκε στο σώμα του καταρρέοντας στο δρόμο.




2 σχόλια:

  1. πραγματικά το "έδωσες" με πολύ ανθρώπινο,αλλά και πολύ σοκαριστικό τρόπο. όπως σοκαριστική είναι και η κάθε ανίατη ασθένεια, πόσο μάλλον η σεξουαλικά μεταδιδόμενη.
    ποιος πρόδωσε ποιον λίγο έχει σημασία...
    ο πόνος μοιρασμένος... τα πότε και τα γιατί, έπονται...

    αγαπημένη μου, σπουδαίο το κείμενό σου!
    σε φιλώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βίκυ μου,αν και καθυστερημένα σε ευχαριστώ πάρα πολύ.Δύσκολη η ασθένεια και ακόμα δυσκολότερη η αποδοχή της προδοσίας...

      Φιλιά πολλά και γλυκά!

      Διαγραφή