Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ξαφνικός θ.

Απόγνωση

Εκείνο το βράδυ ένιωσα πως πέθανα.Φοβήθηκα τόσο πολύ όσο δεν έχω φοβηθεί ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.Άκουσα το μπαμ και κοκάλωσα.Αντί να τρέξω να δω τι έγινε,τι θα γίνει μαρμάρωσα στη θέση μου,έσβησα τα φώτα και άκουγα τα ουρλιαχτά στο σκοτάδι.Έσφιγγα τα χέρια πάνω στα γόνατα για να μη βλέπω πως τρέμουν.Ήθελα να τρέξω να βοηθήσω αλλά υπερίσχυε η επιθυμία μου να μην κουνηθώ.Υπερίσχυε ο φόβος μου για την εξέλιξη που θα είχε η συντριβή των αυτοκινήτων.Ένιωσα απόγνωση όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά και για μένα που δεν έκανα τίποτα.

Μετά από ώρες πολλές που οι θόρυβοι ήταν πια μακρινοί και τα χέρια είχαν σταματήσει να τρέμουν ξέσπασα σε λυγμούς.Δεν έκλαιγα για τους ανθρώπους του ατυχήματος.Έκλαιγα για μένα και για κάθε άλλον άνθρωπο.Έκλαιγα επειδή φοβάμαι,επειδή ένιωθα την απόγνωση,τον τρόμο να κατακλύζει κάθε κύτταρο του κορμιού μου.Έκλαιγα με αναφιλητά χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα για όλα όσα τόσο ξεδιάντροπα αυτό το μπαμ μου έφερε στη μνήμη.

Ο θάνατος


Όσο θυμόμουν,τόσο φοβόμουν κι όσο φοβόμουν ένιωθα πιο ανυπεράσπιστη,πιο μικρή,πιο τίποτα από ποτέ.Ανίκανη να σώσω και να σταματήσω αυτόν το χείμαρρο.
Δεν θέλω να πεθάνω,δε θέλω να βλέπω άλλους να πεθαίνουν,δε θέλω,δεν το αντέχω.Δεν αντέχω την αδικία κι ο θάνατος είναι τόσο άδικος.Έρχεται σε νέους,σε ανυπεράσπιστους,σε ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να ζήσουν τα όνειρά τους,έρχεται σε εκείνους που δεν φταίνε,σε εκείνους που πρόσεχαν.Έρχεται,έρχεται,έρχεται δε σταματά.Δε θέλω να το ζήσω πάλι,με τρομάζει δε μπορώ να συμβιβαστώ μαζί του δε θέλω να το κάνω.Φοβάμαι το άγνωστο.Φοβάμαι,φοβάμαι...

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Επαλήθευση

Ώρα έξι το πρωί.
Ξημερώματα ηλεκτρισμένα και μουντά με γεύση αλκοόλ στο στόμα.Ξημερώματα που οι νυχτερίδες μαζεύονται πίσω στις φωλιές τους και οι πέτρες ξεκινούν να γίνονται πιο λαμπερές από το φως που αχνά,πέφτει στην υγρασία τους.
Ξημερώματα που το στομάχι πονά,που τα μάτια μένουν ορθάνοιχτα χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία και τα αυτιά τεντώνονται ακούσια στον παραμικρό,ξαφνικό θόρυβο που ακούγεται.Πνίγομαι από τύψεις.Πνίγομαι από την ανάσα μου,κρυώνω και δεν ντύνομαι,πονάω και δεν κλαίω,κοιτάζω και δεν βλέπω,είμαι ξύπνια και δεν νιώθω.
"Εγώ να φεύγω".Η πόρτα κλείνει ύστερα από μερικά λεπτά και ύστερα το σώμα που χαλαρώνει σαν να του ξέσφιξαν λιγάκι κάποια δεσμά αφήνεται και παραλύει και έπειτα μπορεί έστω να περπατήσει ως το δωμάτιο να πάρει κάτι και να σκεπαστεί.
"Η συνήθεια φταίει"ψιθυρίζω ύστερα και κλείνω τα παντζούρια.
Είναι δύσκολη η επαλήθευση της δυσβάσταχτης αλήθειας.Σε κάνει ράκος.