Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Αντίποινο

Την σκότωνε η ανάσα του.Κάθε φορά που την άκουγε στο λαιμό της,που ένιωθε αυτή την υγρασία από την απόσταση που είχαν τα χίλια του από το δέρμα της,και την έντονη μυρωδιά που αναδυόταν από το αλκοολ πάνω στα μαλλιά της.Είχε μάθει να την ξέρει αυτή την ανάσα πάνω της.Είχε μάθει και δεν μιλούσε.Ούτε σε αυτόν ούτε και σε κανέναν άλλον.Την τρόμαζε εκείνος,την τρόμαζε και ο εαυτός της.Κάπου μέσα της βαθιά υπήρχε μια μικρή σπίθα που δεν της την είχε σβήσει ακόμη κι αυτό ίσως να ήταν που την κρατούσε ακόμη στη ζωή.Εκείνη η ίδια πάντα σκέψη.
Της κράτησε τα χέρια κι εκείνη ένιωσε αμέσως τον οξύ πόνο.Σίγουρα όχι από το τωρινό του κράτημα αλλά από παλιότερα που είχαν αφήσει τα σημάδια τους.Δεν αντιστάθηκε.Ήξερε πως αν τα τραβούσε θα πονούσε περισσότερο.Της έριξε δύο δυνατά χαστούκια που την έκαναν να πέσει κάτω και έτσι,χωρίς λόγο έπεσε πάνω της ξεκινώντας να τη χτυπάει βίαια στο πρόσωπο και κλωτσώντας τα πλευρά της.Έβλεπε τα μάτια του να γυαλίζουν και να είναι σκοτεινά μαζί,έβλεπε όλο του το μίσος και την ευχαρίστηση καθώς τη χτυπούσε.Την έπιασε από το λαιμό κοπανώντας το κεφάλι της στο πάτωμα και μόνο τότε αντέδρασε.Ένιωθε το οξυγόνο να στερεύει και το σώμα της να την εγκαταλείπει.Όταν πια κουράστηκε,σηκώθηκε βαριά από πάνω της τρεκλίζοντας και βρίζοντάς τη.Ξάπλωσε στον καναπέ και κοιμήθηκε βαριά,σχεδόν αμέσως.Εκείνη έπαιρνε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να γεμίσει τους πνεύμονές της με οξυγόνο και να συνέλθει.Δεν είχε κουράγιο να κλάψει.
"Θα με σκοτώσει",σκέφτηκε.Και το σκέφτηκε χιλιάδες φορές κοιτώντας τον να κοιμάται.
Είναι αλήθεια πως κάθε φορά τα χτυπήματα γίνονταν όλο και πιο έντονα κι όσο πιο έντονα ήταν τόσο φοβόταν ότι αυτή η σπίθα που της επέμεινε,αυτή η κατάδική της,το μοναδικό πράγμα που δεν είχε χάσει θα έσβηνε για πάντα.
Απέμεινε να τον κοιτάει.Δεν ένιωθε έντονα τον πόνο.Για κάποιον περίεργο λόγο ένιωθε πως είχε έρθει επιτέλους μια στιγμή ιδιαίτερη.Η σπίθα της σαν να είχε δυναμώσει και η θέα του έκανε
εντονότερη τη σκέψη.

"Τόσες υποσχέσεις ψεύτικές,τόσος εξευτελισμός,τόσος πόνος,ταπείνωση,με έκανες να ξεχάσω τον εαυτό μου,με έκανες χώμα με κατέστρεψες"

Ούρλιαζε δίπλα του,δεν την ένοιαζε αν θα την άκουγε περισσότερο ούρλιαζε για τον εαυτό της κι όσο εκείνη φώναζε τόσο η σπίθα θέριευε μέσα της,Μισάνοιξε τα μάτια του και πήγε αγριεμένος να σηκωθεί.Πριν προλάβει του έμπηξε το μαχαίρι στην κοιλιά του με όλη της τη δύναμη. Την κοίταξε απορημένος κι εκείνη έντρομη και με όση δύναμη είχε τον κάρφωσε κι άλλες φορές.Ούτε κι αυτή δεν ξέρει πόσες.

Πέταξε το μαχαίρι μακριά και πριν προλάβει να το συννειδητοποίησει βγήκε γρήγορα από το σπίτι.Τα χέρια της είχαν αίματα αλλά μέσα στη νύχτα ποιος θα τα έβλεπε;Η ίδια ήταν γεμάτη μελανιές αλλά ούτε κι αυτό την ένοιαζε.Πήρε βαθιά ανάσα για να χαρεί την ελευθερία της.Ήταν μια νύχτα ήρεμη με πολύ καθαρό ουρανό.Ήταν μια νύχτα για ανθρώπους που έσπασαν τα δεσμά τους.